Οστεοπόρωση

 

 

 

 

 

 

 

 

Οστεοπόρωση

ΟστεοπόρωσηΗ οστεοπόρωση είναι μία μεταβολική διαταραχή των οστών, κατά την οποία ο οστικός ιστός χάνει την πυκνότητά του, γίνεται σταδιακά εξαιρετικά εύθραυστος και επιρρεπής σε κατάγματα. Η οστεοπόρωση και η οστεοπενία, κατά την οποία η πυκνότητα του οστού είναι σχετικά μικρότερη από το φυσιολογικό, εντοπίζονται σε όλες τις ηλικιακές ομάδες αλλά αφορούν κυρίως ανθρώπους στην τρίτη ηλικία.

Η απώλεια οστού ή η ελλιπής πυκνότητα οστού μπορεί να διαμορφωθεί ήδη από την εφηβεία και τα νεανικά χρόνια ως αποτέλεσμα διαφόρων παραγόντων που δεν επιτρέπουν στο οστό να αποκτήσει πλήρως την πυκνότητά του, ενώ η επιταχυνόμενη απώλεια οστού στην τρίτη ηλικία εντοπίζεται κυρίως στην περίοδο της εμμηνόπαυσης. Για το μη επαρκή σχηματισμό οστού όσο και για την απώλειά του ευθύνονται διάφοροι παράγοντες, μεταξύ των οποίων η κακή διατροφή και η έλλειψη άσκησης. Μπορεί ωστόσο να οφείλεται σε μία σειρά υποκείμενων καταστάσεων, πολλές από τις οποίες δε γίνονται αμέσως ορατές από το θεράποντα ιατρό.

Η οστεοπόρωση αναφέρεται και ως «σιωπηρή νόσος», δεδομένου ότι δεν εμφανίζει συμπτώματα τέτοια που θα μπορούσαν να κινητοποιήσουν αυτόν που πάσχει από αυτήν, παρά μόνο μέχρι να συμβεί κάποιο δραματικό γεγονός, όπως ένα αναίτιο κάταγμα. Ο κίνδυνος εμφάνισης της οστεοπόρωσης είναι ιδιαίτερα αυξημένος στις γυναίκες χωρίς να αποκλείει τους άνδρες, που αποτελούν το 20% των περιπτώσεων.

Νέα άτομα και οστεοπόρωση

Αποτελεί κοινή παρανόηση η εντύπωση πως η οστεοπόρωση αφορά μόνο τους ηλικιωμένους. Η νόσος αυτή αλλά και η οστεοπενία εντοπίζονται πολλές φορές και σε νεαρά άτομα, ακόμη και στην εφηβεία τους ή στη δεκαετία των 20. Η διαπίστωση αυτή μπορεί να είναι απόρροια ενός αιφνίδιου κατάγματος, αν και κάποιος μπορεί να έχει οστεοπόρωση ή οστεοπενία χωρίς να υποστεί κάταγμα.

Παράγοντες κινδύνου για την εμφάνισή της ελλιπούς πυκνότητας στα οστά και της απώλειας οστού είναι:

  • Οικογενειακό ιστορικό καταγμάτων
  • Διατροφικές διαταραχές
  • Αμηνόρροια ή ολιγομηνόρροια (η πυκνότητα του οστού δεν επανέρχεται πλήρως όταν ρυθμιστεί η έμμηνος ρύση)
  • Λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων επί μακρόν (κορτικοστεροειδή)
  • Υπερβολική άσκηση με απαγορεύσεις στην πρόσληψη θερμίδων (χορεύτριες)

Οι ασθενείς με οστεοπενία και οστεοπόρωση ήδη από τη νεαρή ηλικία θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στην παρακολούθηση της πορείας των οστών τους και να ακολουθούν προσεκτικά τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού, διότι όταν φτάσουν στην εμμηνόπαυση (για τις γυναίκες) και στην τρίτη ηλικία (για άντρες και γυναίκες), θα υποστούν ακόμη μεγαλύτερη απώλεια οστού ξεκινώντας ήδη από χαμηλή πυκνότητα και ως αποτέλεσμα θα είναι εξαιρετικά επιρρεπείς σε κατάγματα και δυσμορφίες στη σπονδυλική στήλη.

Η διάγνωση της οστεοπόρωσης & της οστεοπενίας

Η διάγνωση της νόσου γίνεται με τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας με ειδική απεικονιστική εξέταση (DXA –προφέρεται DEXA), η οποία εκτός από την οστική πυκνότητα μετρά και το μέγεθος του οστού. Ο αριθμός που καταδεικνύει την κατάσταση του οστού ορίζεται σε T-score και συγκρίνεται με την οστική πυκνότητα ενός νέου ενήλικα με φυσιολογική πυκνότητα οστού. Όταν το T-score εμφανίζεται με απόκλιση -2,5 ή και χαμηλότερα διαγιγνώσκεται η οστεοπόρωση, ενώ για τον ορισμό της οστεοπενίας το T-scoreβρίσκεται ανάμεσα στο -1.0 έως -2.5.

Η διάγνωση της οστεοπόρωσης δεν μπορεί να είναι πάντα ακριβής και αυτό διότι στην «ανάγνωση» των αποτελεσμάτων εμπλέκονται και άλλοι παράγοντες, όπως πιθανόν η ύπαρξη υποκείμενης νόσου (οστεοαρθρίτιδα) στη σπονδυλική στήλη, που μπορεί να «μπερδέψει» το αποτέλεσμα ανεβάζοντας το δείκτη, ενώ συστήνεται η εξέταση να γίνεται πάντα στο ίδιο μηχάνημα, διότι διαφορετικού τύπου μηχανήματα μπορεί να δώσουν αποκλείσεις στο αποτέλεσμα της μέτρησης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ασθενείς με οστεοπόρωση θα πρέπει να διενεργήσουν περαιτέρω εργαστηριακούς ελέγχους για να διαπιστωθεί ή να αποκλειστεί άλλη υποκείμενη νόσος που προκαλεί τη νόσο. Συνήθως συστήνονται αιματολογικά τεστ και ανάλυση ούρων για να αποκλειστούν ανωμαλίες στις ορμόνες του θυρεοειδή, δυσλειτουργία των γεννητικών αδένων, γαστρεντερικές ή νεφρικές παθήσεις, κ.ά..

Θεραπεία ή αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης

Μόλις εντοπιστεί η αιτία εμφάνισης της οστεοπόρωσης και της οστεοπενίας θα πρέπει να ακολουθηθεί η πλέον ενδεδειγμένη αντιμετώπιση μη φαρμακευτική ή/και φαρμακευτική, ώστε να αναχαιτιστεί η εξέλιξη της νόσου και να αποφευχθεί η σκελετική δυσλειτουργία ή ανικανότητα.

Φαρμακευτική Αγωγή

Η φαρμακευτική αγωγή συμπεριλαμβάνει τη λήψη ασβεστίου και βιταμίνης Dκαι σε περίπτωση υποκείμενου νοσήματος λήψη ειδικών φαρμάκων για να αντιμετωπιστεί το νόσημα, όπως για παράδειγμα ο υπερθυρεοειδισμός.

Στη φαρέτρα των ορθοπαιδικών χειρουργών για την αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης βρίσκονται πλέον διάφορες «σύγχρονες» φαρμακευτικές ουσίες, όπως τα διφωσφονικά φάρμακα που επιβραδύνουν την απώλεια του οστού αλλά και αναβολικοί παράγοντες που ερεθίζουν το σχηματισμό των οστών.

Στις περιπτώσεις νεαρών γυναικών με οστεοπόρωση, θα πρέπει να διορθωθεί η έμμηνος ρύση φαρμακευτικά αλλά και με την υποβοήθηση της διατροφής, που θα πρέπει να περιλαμβάνει τροφές από όλες τις ομάδες τροφών και να επιτευχθεί φυσιολογικό σωματικό βάρος.

Μη φαρμακευτική αγωγή και διαχείριση της νόσου

Η πιο σημαντική άσκηση για την ενδυνάμωση των οστών και των μυών είναι η άσκηση με βάρη που ερεθίζει το σχηματισμό των οστών, καθώς και το τρέξιμο, το περπάτημα και τα πηδήματα που επιβραδύνουν την οστική απώλεια. Για την πρόληψη πιθανών πεσιμάτων, συστήνονται ασκήσεις ισορροπίας (ιδιοδεκτικές ασκήσεις), καθώς και η εφαρμογή κατάλληλων παπουτσιών κατά την άσκηση.

Στην οστεοπόρωση, ασκήσεις που δεν ασκούν πίεση στα οστά δεν είναι ιδιαίτερα ωφέλιμες. Οι γυναίκες με τη νόσο θα πρέπει να απευθύνονται σε επαγγελματίες γυμναστές που έχουν γνώση και εξειδίκευση στο αντικείμενο της οστεοπόρωσης για να αποφύγουν λανθασμένες επιλογές προπόνησης, όπως για παράδειγμα, το κολύμπι.