Μερική Αρθροπλαστική Γόνατος

Μερική Αρθροπλαστική Γόνατος

Μερική Αρθροπλαστική ΓόνατοςΚατά τη διάρκεια της ζωής, αρκετοί άνθρωποι, ειδικά στην τρίτη ηλικία, είναι πολύ πιθανό να αναπτύξουν αρθρίτιδα. Για την αντιμετώπισή του πόνου και της δυσλειτουργίας που προκαλεί η νόσος, σήμερα διατίθεται ένα μεγάλο εύρος μη επεμβατικών επιλογών αλλά και χειρουργικών τεχνικών. Η Μερική αποκατάσταση γόνατος αποτελεί μία τέτοια χειρουργική επιλογή που αντικαθιστά (ή επαναφέρει) το κατεστραμμένο τμήμα της άρθρωσης του γόνατου διατηρώντας τους συνδέσμους και τον υγιή χόνδρο.

Οι ασθενείς με μονοδιαμερισματική αρθρίτιδα γόνατου εμφανίζουν εκφύλιση μέρους του χόνδρου ή τμήματος του γόνατου. Σε περίπτωση όπου η αποκατάσταση του πόνου και της δυσλειτουργίας εξαιτίας της νόσου δεν αντιμετωπίζεται συντηρητικά (φυσικοθεραπεία και φαρμακευτική αγωγή), ο ορθοπαιδικός χειρουργός μπορεί να απομακρύνει τον κατεστραμμένο χόνδρο και μέρος και το οστό στην πάσχουσα περιοχή και να διατηρήσει τους συνδέσμους που στηρίζουν την άρθρωση.

Στην μερική αρθροπλαστική γόνατου, ένα εμφύτευμα παίρνει τη θέση της κατεστραμμένης περιοχής αφήνοντας ανέπαφα όλα τα άλλα μέρη της άρθρωσης. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, οι εξελίξεις στις τεχνικές αποκατάστασης καθώς και οι βελτιώσεις στα χειρουργικά εργαλεία έχουν καταστήσει τη μερική αποκατάσταση γόνατου ως μία εφικτή και αποτελεσματική μέθοδο για ένα σημαντικό αριθμό ασθενών με αρθρίτιδα.

Ποιους αφορά

Η μερική αποκατάσταση γόνατου απευθύνεται στους ασθενείς με αρθρίτιδα που περιορίζεται σ’ ένα μόνο τμήμα του, ενώ για την επιλογή της συντείνουν και άλλοι παράγοντες, όπως το βάρος του ασθενή, η ηλικία και η γενικότερη κατάσταση της υγείας του. Ανάμεσα στις αντενδείξεις συμπεριλαμβάνεται η μη ύπαρξη νοσογόνου παχυσαρκίας, η ακαμψία στο γόνατο, η σημαντική παραμόρφωση στην άρθρωση και το μικρό εύρος κίνησης, καθώς και οι ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, δεδομένου ότι ο φλεγμονώδης αυτός τύπος αρθρίτιδας προσβάλει όλη την άρθρωση. Υποψήφιοι για την επέμβαση είναι οι ασθενείς που διατηρούν ανέπαφους τους συνδέσμους (υγιείς) και το εύρος της κίνησης του γόνατου. Η καταλληλότητα του περιστατικού για μερική αποκατάσταση προσδιορίζει και το μέγεθος της επιτυχίας της επέμβασης και την επί μακρόν βιωσιμότητά της.

Μονοδιαμερισματική Αρθρίτιδα

Η αρθρίτιδα στο γόνατο μπορεί να συμβεί μόνο σ’ ένα τμήμα από αυτά που συνιστούν την άρθρωση. Το εσωτερικό ή έσω διαμέρισμα του γόνατου και το εξωτερικό ή έξω διαμέρισμα, μαζί συγκρατούνται από την άρθρωση (ένωση) του χαμηλότερου σημείου του μηριαίου οστού και του υψηλότερου μέρους της κνήμης. Το τρίτο μέρος του γόνατου συντίθεται από την επιγονατίδα και το μπροστινό τμήμα του μηρού.  

Κατά τη διάρκεια της επέμβασης, ο ορθοπαιδικός χειρουργός μέσω μιας μικρής τομής αποκτά πρόσβαση στο προσβεβλημένο από την αρθρίτιδα τμήμα του γόνατου, μετακινεί ήπια τη δομή που το στηρίζει και απομακρύνει τον κατεστραμμένο χόνδρο και τον ιστό του οστού από τις επιφάνειες του μηριαίου οστού και της κνήμης από την προσβεβλημένη από την αρθρίτιδα περιοχή και τις προετοιμάζει για την εισαγωγή του εμφυτεύματος που είναι ειδικά διαμορφωμένο για να χωρά στο μέγεθος της άρθρωσης του ασθενή. Όλα τα διαμερίσματα της άρθρωσης ασφαλίζονται με τσιμέντο, ενώ όλες οι δομές και οι ιστοί επανατοποθετούνται στην ανατομική τους θέση και η τομή κλείνει.

Μετά την επέμβαση

Οι ασθενείς που έχουν επιλεγεί σωστά και πληρούν τις προϋποθέσεις για μερική αποκατάσταση γόνατου – Μερική Αρθροπλαστική Γόνατου –αντιμετωπίζουν πολύ περιορισμένες παρενέργειες, λιγότερο πόνο, μικρή παραμονή στο νοσοκομείο και ταχεία ανάρρωση και αποκατάσταση. Ωστόσο, όπως όλοι οι τύποι χειρουργικής επέμβασης στο γόνατο, και η μερική αρθροπλαστική, ενέχει τον κίνδυνο επανάληψης της επέμβασης, στην περίπτωση της οποίας δεν αναμένονται τα ίδια επιτυχή αποτελέσματα με αυτά που εμφανίζει η αρχική επέμβαση.

Η παραμονή στο νοσοκομείο συνήθως περιορίζεται στις 2 με 3 ημέρες, ενώ οι ασθενείς θα πρέπει να λυγίσουν το πόδι τους και να περπατήσουν ήδη από την πρώτη ημέρα της επέμβασης. Οι χειρουργημένοι ασθενείς, είναι χρήσιμο τουλάχιστον για μία εβδομάδα μετά την επέμβαση, να περπατούν με κάποιο βοήθημα για ακόμη μεγαλύτερη ανεξαρτησία στην κίνηση, ενώ η λήψη παυσίπονων αναμένεται να σταματήσει μέσα σε τέσσερις εβδομάδες από το χειρουργείο.

Ανάμεσα στα πλεονεκτήματα της μεθόδου συγκαταλέγεται η μικρή αιμορραγία, οι ελάχιστες επιπλοκές και η επάνοδος στις καθημερινές δραστηριότητες στις επόμενες τρεις με έξι εβδομάδες.